- платёж
- η πληρώ μ/ή, η καταβολή του τιμήματοςв иностранной валюте - σε ξένο νόμισμα, выдача документов против - а έγγραφα έναντι - ήςгарантия - а εγγύηση - ήςгодовой - ετήσια -дата - а ημερομηνία - ήςзадержка - а καθυστέρηση της - ήςналоженным - ом - με αντικαταβολή (C.O.D.)- на счёт - στο λογαριασμόполучатель - аπαραλήπτης της - ής- против аккредитива - έναντι πιστωτικής εποστολής- против грузовых документов - έναντι φορτωτικών- против документов - έναντι εγγράφωνусловие ο - ах όρος των - ώνдополнительный - συμπληρωματική -- за наём судна - για μίσθωση πλοίου- за простой судна οι σταλίεςминимальный - ελάχιστη -- наличными - τοις μετρητοίςневзысканный - απλήρωτος - , εκκρεμής -немедленный - άμεση -окончательный - τελική -поступающий - εισερχόμενη -просроченный - ληξιπρόθεσμη -страховой - ασφαλιστική -текущий - τρέχουσα -трансфертный - με μεταφορά- траттами - με τραβηκτικές
Русско-греческий словарь научных и технических терминов. Кефалиду-Павли Мария. 2009.